Δημοτική κοινωνική κατοικία τώρα!

Ακούγεται παράδοξο, αλλά να το πούμε ξανά και να το εξηγήσουμε: το «στεγαστικό» δεν είναι πρόβλημα ή κρίση, είναι πολιτική απόφαση. Η ιλιγγιώδης αύξηση του κόστους κατοικίας και ειδικά των ενοικίων, η οποία απορροφά πια πάνω από το 40% του εισοδήματος για μεγάλο μέρος των μισθωτών, δεν προέκυψε αυτόματα ή από τους μυστηριώδεις νόμους της αγοράς. Αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, όπως:

– Η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και, μαζί του, κάθε κρατικής παρέμβασης στην «αγορά» στέγης,

– Η ανεμπόδιστη, ανεξέλεγκτη αύξηση των ενοικίων,

– Η καταλήστευση της ιδιωτικής κατοικίας μέσω των κατασχέσεων των τραπεζών,

– Η τουριστικοποίηση των πόλεων και η ανεξέλεγκτη επέκταση του AirBnB,

– Η σκανδαλώδης εκχώρηση τεράστιων δημόσιων εκτάσεων, από το Ελληνικό στην Αθήνα ως το ΦΙΞ και την Αλυσίδα στη Θεσσαλονίκη, σε μεγάλους επενδυτές για την κατασκευή κατοικιών πολυτελείας.

Με μια φράση, στον αγώνα μεταξύ κερδοσκόπων ιδιοκτητών και ενοικιαστών, το κράτος, μέσα από όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αλλά και η διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, έχουν πάρει σαφή θέση υπέρ των πρώτων. Με αυτό το δεδομένο, η «λύση» του προβλήματος, περνά υποχρεωτικά μέσα από την οργάνωση και τη διεκδίκηση των ενοικιαστών/τριών, αλλά και των ιδιοκατοίκων που βλέπουν την κατοικία τους να απειλείται –μια διεργασία που ξεκίνησε ήδη από την πόλη μας με τη δημιουργία της πρώτης Ένωσης Ενοικιαστών/τριών.

Οι διεκδικήσεις αυτές έχουν προφανώς κύριο αποδέκτη το κράτος: αυτό είναι που οφείλει να ελέγξει την κερδοσκοπία και να επιβάλει όρια στα νοίκια. Αυτό είναι όμως μόνο το ένα σκέλος της λύσης: το άλλο, εξίσου σημαντικό, είναι η δημιουργία και προσφορά κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Και αυτή η αρμοδιότητα αφορά, πρέπει δηλαδή να αφορά, πρωτίστως τους Δήμους.

Δυο αναγκαίες διευκρινίσεις εδώ· η πρώτη ότι η προσιτή κατοικία δεν πρέπει να αφορά μόνο περιορισμένες ευάλωτες ομάδες, όσο σημαντική και να είναι η στέγαση ατόμων που έχουν πραγματική ανάγκη. Ο στόχος της προσιτής κατοικίας είναι να καλύψει σημαντικό μέρος των αναγκών στέγασης, ώστε να περιορίσει τη ζήτηση και να επηρεάσει έτσι όλα τα νοίκια προς τα κάτω. Να καταστήσει δηλαδή όλους τους ενοικιαστές λιγότερο ευάλωτους στις εκβιαστικές απαιτήσεις των ιδιοκτητών. Προφανώς, για να γίνει αυτό, χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα κρίσιμο απόθεμα προσιτής και κοινωνικής κατοικίας, που να φτάνει ένα σημαντικό ποσοστό όλων των κατοικιών.

Δεύτερη διευκρίνιση: η δημιουργία της προσιτής κατοικίας δεν πηγαίνει παράλληλα, αλλά ανταγωνιστικά με την ιδιωτική κερδοσκοπία. Από αυτή τη σκοπιά, ο πρόσφατος νόμος της κυβέρνησης για «κοινωνική αντιπαροχή», χάρη στον οποίο οι ιδιώτες εργολάβοι θα βάλουν χέρι σε δημόσια περιουσία με αντάλλαγμα την επιστροφή λίγων διαμερισμάτων για κοινωνική στέγη, είναι ανοιχτή κοροϊδία, μια ιδιότυπη μορφή social washing του ξεπουλήματος της δημόσιας γης.

Ακόμα περισσότερο σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, όπου από τη μία το 30% του κτιριακού αποθέματος παραμένει ανενεργό με ευθύνη του ιδιοκτήτη, είτε αυτός είναι ιδιώτης είτε κρατικός φορέας, και η οποία από την άλλη πάσχει από έλλειψη ελεύθερων χώρων, είναι αυτονόητο ότι η δημιουργία κοινωνικής και προσιτής κατοικίας πρέπει να προσανατολιστεί στα υφιστάμενα κτίρια, ξεκινώντας από το -τεράστιο- απόθεμα κρατικής ιδιοκτησίας. Κάθε οικόπεδο που θα χτιστεί, θα επιδεινώσει το πρόβλημα αντί να το λύσει.

Ήδη έχουν γίνει τα πρώτα βήματα: χάρη στη συνεχή προσπάθεια εργαζομένων του Δήμου και της ΜΑΘ, έχει ανοίξει ο δύσκολος δρόμος μέσα από τη γραφειοκρατία για τη δημιουργία κοινωνικής κατοικίας κι έχουν ήδη δοθεί λίγα διαμερίσματα, ενώ αναζητούνται οι πόροι για περισσότερα. Τώρα είναι όμως η ώρα της πολιτικής βούλησης: ο Δήμος Θεσσαλονίκης οφείλει να αποδείξει ότι αντιλαμβάνεται και υπηρετεί ουσιαστικά την ανάγκη δημιουργίας σημαντικού αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, επενδύοντας εκεί ένα σημαντικό ποσοστό του ετήσιου προϋπολογισμού του. Το αίτημα της Ένωσης Ενοικιαστών/τριών για 2% του ετήσιου δημοτικού προϋπολογισμού -ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στα έσοδα από το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, το οποίο καταχρηστικά εισπράττει ο Δήμος από τους ενοικιαστές, αντί για τους ιδιοκτήτες- είναι μια καλή βάση διεκδίκησης.

Φυσικά, δίπλα στην ανάγκη για πόρους, υπάρχουν πολλά ακόμα θεσμικά βήματα που μπορεί να κάνει μια διοίκηση αν θέλει να δείξει ότι βρίσκεται δίπλα στους ενοικιαστές και τις ενοικιάστριες: να δημιουργήσει Παρατηρητήριο Τιμών, να στηρίξει νομικά τους ενοικιαστές, να καταγράφει το απόθεμα των κενών κατοικιών, να πιέσει οικονομικά τους ιδιοκτήτες να μην τα κρατούν σε αργία, να περιορίσει ουσιαστικά τη βραχυχρόνια μίσθωση, να σταθεί εμπόδιο σε επενδύσεις πολυτελών κατοικιών –δυστυχώς, στα περισσότερα από αυτά η σημερινή διοίκηση στέκεται στην άλλη πλευρά.

Εμείς, όπως κάναμε από την πρώτη στιγμή, θα σταθούμε με συνέπεια στην πλευρά των ενοικιαστών/τριών και ιδιοκατοίκων. Το κάνουμε από την πρώτη στιγμή, στηρίζοντας και αναδεικνύοντας τις ανάγκες τους μέσα κι έξω από το Δημοτικό Συμβούλιο από το 2019, θα το κάνουμε και τη Δευτέρα 29 Ιουνίου, στην Ειδική Συνεδρίαση με θέμα την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Καλούμε λοιπόν τα μέλη του σχήματος, τους δημότες και τις δημότισσες να έρθουν και να στηρίξουν με την παρουσία τους τα αιτήματα και τις θέσεις των ενοικιαστών/τριών.

Η Πόλη Ανάποδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *