Στις 30 Δεκεμβρίου, την προτελευταία μέρα του χρόνου, το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης πραγματοποίησε την κορυφαία -υποτίθεται- συνεδρίασή του: αυτή που εγκρίνει τον προϋπολογισμό του Δήμου για τον επόμενο χρόνο.
Όπως κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως διοίκησης, η κρίσιμη αυτή συζήτηση γίνεται στο πόδι, την τελευταία στιγμή, παραβαίνοντας ακόμα και τις προθεσμίες που ορίζει ο νόμος. Και γίνεται -κυρίως- με απούσα την κοινωνία, αφού η διοίκηση του Δήμου αρνείται να εφαρμόσει οποιοδήποτε μέτρο συμμετοχικού προϋπολογισμού. Ο λόγος για αυτό είναι σαφής: κρατώντας τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό μια τυπική, κλειστή διαδικασία, και περιορίζοντας την ενημέρωση σε γενικόλογα νον-πέιπερ, περιορίζει τον κοινωνικό έλεγχο και την πολιτική αντιπαράθεση.
Γιατί, αν άνοιγε πραγματικά αυτή η διαδικασία, η διοίκηση θα είχε να αντιμετωπίσει εναλλακτικές προτάσεις, τόσο από την κοινωνία, όσο και από την αντιπολίτευση. Η Ένωση Ενοικιαστών Θεσσαλονίκης για παράδειγμα, κατέθεσε πρόσφατα στον δημόσιο διάλογο την πρόταση οι πόροι από το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, οι οποίοι σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2026 ανέρχονται σε 6,3 εκατομμύρια, να πηγαίνουν στη δημιουργία κοινωνικής προσιτής κατοικίας. Με αυτό το ποσό, ενδεικτικά, κάθε χρόνο θα μπορούσαν να επανέρχονται σε χρήση 200 περίπου διαμερίσματα, δημιουργώντας σταδιακά ένα πραγματικό απόθεμα που θα επηρέαζε όλα τα νοίκια προς τα κάτω.
Αν η διοίκηση είχε σεβαστεί τις νόμιμες προθεσμίες (σύμφωνα με τον νόμο στις 15 Νοεμβρίου το σχέδιο του προϋπολογισμού έπρεπε να είχε εγκριθεί από τη Δημοτική Επιτροπή -φέτος εγκρίθηκε μόλις την ίδια μέρα), θα είχαμε ως αντιπολίτευση τη δυνατότητα -ή, ορθότερα, την υποχρέωση- να καταθέσουμε τέτοιες εναλλακτικές προς συζήτηση. Η καθυστέρηση λοιπόν, ακόμα κι αν έχει γραφειοκρατικές δικαιολογίες, δεν είναι αθώα: προφυλάσσει τη διοίκηση από τον αντίλογο, από την αντιπολίτευση, από την κοινωνία.
Το μόνο που έμεινε έτσι είναι τα συνηθισμένα συγχαρητήρια της διοίκησης προς τον εαυτό της για έναν αυξημένο, πλεονασματικό προϋπολογισμό. Πίσω όμως από τα φουσκωμένα νούμερα, η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για έναν ακόμα προϋπολογισμό περικοπών. Ήδη, το κεντρικό κράτος δίνει στους Δήμους 30% λιγότερους πόρους από ό,τι πριν από 15 χρόνια, και 70% λιγότερους από ό,τι προβλέπουν οι νόμοι και το Σύνταγμα. Πρόκειται, με μια λέξη, για κλοπή. Παρόλα αυτά, το 2026, αντί να επιστραφεί ένα ποσοστό από τα κλεμμένα, οι λεγόμενοι ΚΑΠ μειώνονται ακόμα περισσότερο, κατά 7 εκ, ή 15% σε σχέση με αυτά που είχε εισπράξει ο Δήμος πέρσι.
Προφανώς, αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τον Δήμο μας και χρειαζόμαστε ένα ευρύ, κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, με τη συμμετοχή ριζοσπαστικών αυτοδιοικητικών σχημάτων, πολιτικών & κοινωνικών φορέων, συλλογικοτήτων, εργατικών σωματείων, πρωτοβουλιών κατοίκων κτλ. που θα διεκδικεί ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης προς τους Δήμους, αλλά και την αξιοποίηση των υπαρχόντων πόρων σε έργα ουσίας που βελτιώνουν τη ζωή των κατοίκων. Και η διοίκηση Αγγελούδη όμως, ταυτιζόμενη ουσιαστικά (και) στο θέμα αυτό με την κυβέρνηση, φέρει τις δικές της ευθύνες.
Δεν μειώνονται όμως μόνο οι κρατικοί πόροι, μειώνονται και τα τέλη των επιχειρήσεων: ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει μείωση των εσόδων από τα κέντρα διασκέδασης (ένας από τους ελάχιστους τρόπους ώστε να συνεισφέρει ο τουρισμός στο εισόδημα της πόλης) από τα 8,5 στα 3,5 εκ., μείωση από τα τέλη κατάληψης κοινόχρηστων χώρων από τα 10,6 στα 3,5 εκ. και μείωση από τα μισθώματα από τα 15 στα 5 εκ.
Την ίδια στιγμή, και η διοίκηση αποδεικνύεται ιδιαίτερα γαλαντόμα στις εργολαβίες για υπηρεσίες τρίτων: έτσι, οι αντίστοιχες γενικές δαπάνες για υπηρεσίες τρίτων, αυξάνονται από τα 1,7 στα 3 εκ., στην Τεχνική Υπηρεσία από 3,5 σε 7 εκ., οι υπηρεσίες δημοσίων σχέσεων από 200 σε 313.000, οι υπηρεσίες φύλαξης από 58 σε 311.000, οι νομικές υπηρεσίες από 138 σε 303.000, οι δικαστικές από 51 σε 204.000 κοκ.
Με αυτόν τον τρόπο, ενώ το εργοδοτικό κόστος αυξάνεται (όχι φυσικά από πρωτοβουλία της διοίκησης και όχι στο ύψος που θα αποκαταστούσε τις τεράστιες απώλειες των εργαζομένων) και δρομολογούνται μετά από χρόνια λίγες νέες προσλήψεις, το συνολικό ποσοστό του κόστους που πάει στην εργασία μειώνεται. Με άλλα λόγια, συνεχίζεται η αργή, αλλά μεθοδική, ιδιωτικοποίηση των δημοτικών λειτουργιών.
Ανακεφαλαιώνοντας, είναι βέβαιο ότι στο ασφυκτικό περιβάλλον που έχουν διαμορφώσει οι περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης, αλλά και οι νόμοι που καθιστούν την αυτοδιοίκηση ένα γραφειοκρατικό μόρφωμα, μακρύ χέρι ενός εχθρικού κράτους, τα περιθώρια για την άσκηση μιας εναλλακτικής πολιτικής είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Ακόμα κι έτσι όμως, μια άλλη διοίκηση, θα όφειλε και θα μπορούσε να βάλει σε προτεραιότητα τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, να απαιτήσει περισσότερα από το κεντρικό κράτος, να πάρει περισσότερα από τις επιχειρήσεις της πόλης, να ελαφρύνει τα φτωχα νοικοκυριά.
Για να το πούμε με έναν τελευταίο αριθμό: ποιο είναι το ποσοστό που προβλέπει αυτός ο προϋπολογισμός για την πρώτιστη σήμερα κοινωνική ανάγκη της πόλης, και δη των φτωχότερων κατοίκων, την κατοικία; Μηδέν.
Δείτε το βίντεο με ολόκληρη την τοποθέτηση του δημοτικού μας συμβούλου, Νίκου Νικήσιανη, στη συνεδρίαση για τον προϋπολογισμό:
Η Πόλη Ανάποδα
