Σε μια πόλη που στενάζει από την έλλειψη ελεύθερων χώρων, αλλά και κτιρίων για κοινωνικές χρήσεις, ο Στρατός και το ΝΑΤΟ συνεχίζουν να καταλαμβάνουν μια μεγάλη και πολύτιμη έκταση στο κέντρο της. Όταν τα περισσότερα στρατόπεδα έχουν απομακρυνθεί από όλες τις πόλεις της χώρας, η παραμονή αυτή συνιστά πρόκληση. Ακόμα όμως περισσότερο σήμερα, που η ανθρωπότητα είναι αντιμέτωπη με ένα φάσμα επιθετικών πολέμων από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της, η ύπαρξη του Νατοϊκού Στρατηγείου εντός του ίδιου στρατοπέδου συνιστά μια ντροπή για την πόλη, που πρέπει να σταματήσει άμεσα.
Για τους παραπάνω λόγους, η απομάκρυνση του Γ’ Σώματος και η απόδοση των ελεύθερων χώρων και των διατηρητέων κτιρίων σε κοινωνικές χρήσεις, αποτελεί μια μακρόχρονη διεκδίκηση της πόλης. Μια διεκδίκηση που βρισκόταν και στο προεκλογικό πρόγραμμα των περισσότερων παρατάξεων, της σημερινής διοίκησης συμπεριλαμβανομένης. Στην τελευταία συνεδρίαση λογοδοσίας του Δημοτικού Συμβουλίου, ρωτήσαμε, εύλογα, τί έχει κάνει για αυτό. Υπήρχε όμως κι ένας επιπλέον λόγος για αυτή την ερώτηση.
Πέρσι τέτοιο καιρό, και συγκεκριμένα στη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου -την ημέρα που ξεκίνησε η συλλογή υπογραφών για το δημοψήφισμα- ο Δήμαρχος χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη διεκδίκηση για να «απαντήσει» στο δικό μας αίτημα για μητροπολιτικό πάρκο. Ήταν η εποχή, θυμίζουμε, που η διοίκηση στήριζε ακόμα με πάθος την προηγούμενη εκδοχή της επί τόπου ανάπλασης, αυτή με τα πέντε «φαραωνικά» (όπως τα χαρακτήρισε η ίδια στη συνέχεια) και τα υποτιθέμενα 100 στρέμματα πάρκου, δηλαδή αδόμητων χώρων. Υπολογίζοντας αυθαίρετα τις εκτάσεις του Γ’ Σώματος σε 100 στρέμματα, ο κ. Αγγελούδης προσπάθησε να ρεφάρει, αθροίζοντας αυτές τις δύο εκτάσεις και βγάζοντας από το καπέλο ένα φανταστικό μητροπολιτικό πάρκο 200 στρεμμάτων.
Εμείς απαντήσαμε ήδη τότε ότι οι υπολογισμοί του Δημάρχου αποτελούν είτε χονδροειδές λάθος είτε συνειδητό ψέμα, αφού οι ελεύθεροι χώροι του Γ’ Σώματος είναι πολύ μικρότεροι, γύρω στα 40 στρέμματα, και δεν βρίσκονται και σε συνάφεια με τη ΔΕΘ. Για εμάς ήταν ξεκάθαρο ότι η διεκδίκηση, για την οποία δεν είχε πει τίποτα επί 15 μήνες, ανασύρθηκε ως επικοινωνιακό άλλοθι απέναντι στο ανερχόμενο κίνημα του δημοψηφίσματος.
Ακόμα κι έτσι όμως, η διεκδίκηση της απομάκρυνσης του στρατοπέδου και της απόδοσής του στην πόλη, παραμένει αναγκαία. Παρακολουθούσαμε λοιπόν τις τοποθετήσεις του Δημάρχου με προσοχή. Στις 30 Απρίλη (πάντα το 2025), πάλι στο ΔΣ, ανέφερε ότι «εστάλησαν επιστολές στον πρωθυπουργό» και η κυβέρνηση «εξετάζει θετικά το να αρχίσει μια συζήτηση για την παραχώρηση του Γ΄ Σώματος ή μέρος αυτού». Στις 26 Μάη δε, ανακοίνωσε ότι ξεκινά «σειρά επαφών με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας από τον Σεπτέμβριο».
Πριν μερικές μέρες λοιπόν, στη συνεδρίαση λογοδοσίας στις 27 Απριλίου, και αφού έχει περάσει πια ένας χρόνος, ρωτήσαμε τον Δήμαρχο συγκεκριμένα τι έγινε: αν τελικά «άνοιξε αυτή η συζήτηση», αν πραγματοποιήθηκε η «σειρά επαφών». Τελικά ανέλαβε να μας «απαντήσει» ο Αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων. Απαξιώνοντας επιδεικτικά -όχι την αντιπολίτευση, αυτό είναι συνηθισμένο- τη διαδικασία του Δημοτικού Συμβουλίου, ο κ. Νικηφορίδης, δεν έδωσε καμία απάντηση: δεν μας είπε τι ενέργειες έγιναν, τι απαντήσεις έδωσε η κυβέρνηση ή ο Στρατός, δεν αποκάλυψε καν ποιες συγκεκριμένες εκτάσεις διεκδικεί. Με το γνώριμο ύφος, ζήτησε να τους αφήσουμε να το ζητήσουν με τον τρόπο τους, χωρίς συγκρούσεις με την κυβέρνηση.
Μέσα από αυτή την ασάφεια όμως, ο εκπρόσωπος της διοίκησης αποκάλυψε σαφώς, για πρώτη φορά δημόσια, ότι ο Δήμος δεν διεκδικεί πια την απομάκρυνση του Γ’ Σώματος. Είπε ρητά ότι η παραμονή του είναι δεδομένη και η συζήτηση με την κυβέρνηση αφορά κάποιους -αόριστους- συμπληρωματικούς χώρους. Η θέση αυτή αποτελεί σαφώς -άλλη μία- υποχώρηση τόσο από τις προεκλογικές διακηρύξεις της παράταξης, αυτό είναι έλασσον, όσο, κυρίως, και από τις πάγιες διεκδικήσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης, ακόμα και από τις προηγούμενες διοικήσεις. Στην πράξη, σημαίνει επίσης ότι κανένας σημαντικός χώρος δεν μπορεί να αποδοθεί, αφού η παρουσία του Στρατηγείου δεν θα επιτρέψει τη συνύπαρξή του με άλλες χρήσεις.
Καθώς το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό για το μέλλον της πόλης, επαναλάβαμε τις ίδιες ερωτήσεις λίγες ημέρες μετά, στην τακτική συνεδρίαση του ΔΣ, στον ίδιο τον Δήμαρχο. Για μια ακόμα φορά σιώπησε, επικυρώνοντας ουσιαστικά τις απαντήσεις του αντιδημάρχου. Είναι λοιπόν σαφές ότι η περίφημη διεκδίκηση του Γ’ Σώματος όχι μόνο ήταν πράγματι ένα ακόμα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, αλλά η διοίκηση Αγγελούδη αποφάσισε να πάει πίσω από τις πάγιες θέσεις του Δήμου.
Τέλος, η υποχώρηση της διοίκησης Αγγελούδη αποδεικνύει για εμάς το αυτονόητο: η προσκόλλησή της στην κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να αποδίδει κάποια έξτρα επιδόματα για την πόλη, τα οποία βέβαια δεν φτάνουν ούτε στο ένα δέκατο των ποσών που η κυβέρνηση κόβει από τους πόρους που οφείλει να δίνει στον Δήμο, αλλά δεν μπορεί να διασφαλίσει καμία ουσιαστική διεκδίκηση για την πόλη.
Όπως αποδείχθηκε με τη ΔΕΘ, ο μόνος δρόμος για να καταφέρει η πόλη πραγματικές βελτιώσεις είναι η κινητοποίηση, η κοινωνική συμμετοχή, ο αγώνας. Αυτό ακριβώς φόβισε διοίκηση και κυβέρνηση και επέβαλαν την απαγόρευση του δημοψηφίσματος. Μόνο ένα αντίστοιχο κίνημα θα μπορούσε να διεκδικήσει ουσιαστικά την απομάκρυνση του Γ’ Σώματος –γι’ αυτό άλλωστε, πριν μάθουμε ότι η διοίκηση θα «σκοτώσει» τελικά το δημοψήφισμα, προτείναμε να στηθεί την ίδια μέρα και δεύτερη κάλπη με αυτό το ερώτημα, προκαλώντας πραγματική πίεση προς την κυβέρνηση. Μια πρόταση στην οποία, φυσικά, η διοίκηση Αγγελούδη, ούτε καν απάντησε.
Η Πόλη Ανάποδα
