Αυτήν την εβδομάδα διοργανώνεται από τον Δήμο Θεσσαλονίκης και τη ΔΕΘ HELEXPO το 10ο «Φεστιβάλ Ανακύκλωσης» κι εφόσον, όπως συνηθίζει, η διοίκηση του Δήμου αποφεύγει να δώσει βήμα και στην αντιπολίτευση, σε κάποια από τις πολλές εκδηλώσεις, οφείλουμε κι εμείς να καταθέτουμε δημόσια τη θέση μας.
Το μοντέλο ανακύκλωσης που ακολουθεί η Θεσσαλονίκη, διαχρονικά, έχει αποτύχει. Δεν το λέμε εμείς, το αποκαλύπτουν τα στοιχεία που μας παραχώρησε η αρμόδια αντιδημαρχία και εμφανίζονται συνοπτικά στα δύο διαγράμματα. Κατά το 2024 και 2025, στα δύο έτη της διοίκησης Αγγελούδη, ο Δήμος συλλέγει κάθε μήνα, κατά μέσο όρο, 1.737 τόνους από τους μπλε κάδους, εκ των οποίων το 46%, επιστρέφεται για ταφή ως υπόλειμμα – και αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη τις συχνές πυρκαγιές στα ιδιωτικά ΚΔΑΥ, αυτά τα εργοστάσια-κάτεργα τα οποία λειτουργούν χωρίς κανένα δημόσιο έλεγχο. Παράλληλα, συλλέγει ακόμα 10.365 τόνους απορριμμάτων, 790 τόνους ογκωδών, και 34 τόνους ανακυκλώσιμου γυαλιού.

Αν συνδυάσουμε όλα αυτά τα δεδομένα, προκύπτει ότι το μέσο ποσοστό ανάκτησης ανακυκλώσιμων υλικών φτάνει το 7,55%, ένα ποσοστό αδιανόητα χαμηλό ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν υπάρχει καμία βελτίωση σε αυτό το ποσοστό σε αυτή τη διετία – η τάση, αντίθετα, είναι φθίνουσα. Το ίδιο ισχύει για το συνολικό όγκο απορριμμάτων: καμία τάση μείωσης, όπως θα όφειλε να στοχεύει μία αποτελεσματική διοίκηση. Έτσι, η μεγάλη, οριζόντια και άδικη, αύξηση των τελών καθαριότητας κατά 65%, αναλώθηκε στη συντήρηση του ίδιου αποτυχημένου μοντέλου. Και όσο το κόστος διαχείρισης των απορριμμάτων θα μεγαλώνει, τα χρήματα των δημοτών θα πέφτουν -στην κυριολεξία- σε ένα κουβά δίχως πάτο.
Παρά λοιπόν τα συγχαρητήρια που δίνει συνεχώς η διοίκηση στον εαυτό της για την «επιτυχία της στην καθαριότητα», τα στοιχεία δείχνουν καθαρά ένα στάσιμο καθεστώς αποτυχίας. Γιατί, ειδικά στην εποχή της κλιματικής κρίσης, η επιτυχία για έναν Δήμο στη διαχείριση των απορριμμάτων δεν έγκειται στο να αδειάζουν εγκαίρως οι κάδοι -αν υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται επαρκώς καλά- αλλά στο να μειώνεται ο όγκος των απορριμμάτων και να αυξάνεται το ποσοστό της ανάκτησης.
Οι στόχοι αυτοί βέβαια προϋποθέτουν μια ριζική αλλαγή: τη, σταδιακή έστω, κατάργηση του αποτυχημένου μοντέλου του μπλε κάδου και τη στροφή στα πολλαπλά ρεύματα ανακύκλωσης. Σε αυτή την κατεύθυνση ωστόσο, δεν βλέπουμε κανένα σχέδιο, κανένα κίνητρο, καμία δημόσια επένδυση. Αντίθετα, όπως μάθαμε φέτος, η διοίκηση προσανατολίζεται στο περιβαλλοντικά καταστροφικό σενάριο της καύσης απορριμμάτων, και συγκεκριμένα του υπολείμματος της ανακύκλωσης, ώστε να αποφύγει το κόστος ταφής του (να σημειώσουμε εδώ ότι ο ΤΙΤΑΝ είναι μία από τις ρυπογόνες βιομηχανίες που σπονσοράρουν το «Φεστιβάλ Ανακύκλωσης».)
Οι επικοινωνιακές δράσεις, όπως το εν λόγω Φεστιβάλ, δεν μπορούν να αλλάξουν αυτή την εικόνα, αφού το μόνο που κάνουν είναι να αναπαράγουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η επιτυχία της ανακύκλωσης είναι θέμα «ευαισθητοποίησης» και «εκπαίδευσης» των πολιτών. Όχι: κατά κύριο λόγο είναι θέμα τρόπου παραγωγής, αλλά και διαχείρισης των απορριμμάτων, είναι δηλαδή θέμα πολιτικών.
ΥΓ: Να σημειώσουμε ακόμα ότι η διοργάνωση μιας τέτοιας, σημαντικής υποθέτουμε, εκδήλωσης, δεν συζητήθηκε ποτέ στο Δημοτικό Συμβούλιο. Η απόφαση πάρθηκε με μια συνεδρίαση «δια περιφοράς», μια δυνατότητα που προβλέπεται μόνο για επείγοντα και απρόβλεπτα θέματα. Είναι φανερό ότι μια πάγια, ετήσια εκδήλωση που σχεδιάζεται καιρό τώρα, δεν εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία. Η απόφαση μάλιστα πάρθηκε εκ των υστέρων, αφού είχε ήδη κυκλοφορήσει η πρόσκληση στο Φεστιβάλ, με την υπογραφή του Δήμου, καθαρά για λόγους τυπικής νομιμοποίησης των δαπανών. Αυτή είναι η «νομιμότητα», με την οποία μας ταράσει κατά το δοκούν το Προεδρείο του Δημοτικού Συμβουλίου.
Η Πόλη Ανάποδα
