Μένουμε άνθρωποι, μένουμε αλληλέγγυοι

Πρώτα, τα αυτονόητα: η τήρηση των μέτρων προστασίας απέναντι στην επιδημία, αποτελεί για εμάς ένδειξη αλληλεγγύης απέναντι στους συνανθρώπους μας που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, όπως και απέναντι στους συναδέλφους και τις συναδέλφισσές μας που αγωνίζονται να κρατήσουν όρθιο το δημόσιο σύστημα υγείας. Για αυτό και η Πόλη Ανάποδα προσαρμόζει ανάλογα τη δράση και τη λειτουργία της: αντικαθιστούμε τις συνελεύσεις με τη διαδικτυακή επικοινωνία, αναβάλουμε τις δημόσιες εκδηλώσεις και επικεντρώνουμε σε αυτά που σήμερα επείγουν: αφενός, στην έμπρακτη αλληλεγγύη με αυτούς που θα πληγούν περισσότερο από την επιδημία και τις οικονομικές της επιπτώσεις, και αφετέρου στην υπεράσπιση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Όπως άλλωστε έγινε σαφές, τα μέτρα πρόληψης δεν έχουν ως σκοπό να μη μολυνθούμε –έτσι ή αλλιώς, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα κολλήσει και η συντριπτική πλειονότητα θα ανταπεξέλθει στη μόλυνση με ήπια ή καθόλου συμπτώματα. Ο σκοπός τους είναι να επιβραδυνθεί η πορεία εξάπλωσης του ιού, ώστε να μείνει ο αριθμός των περιστατικών χαμηλός σε σχέση με τις αντοχές των δημόσιων συστημάτων υγείας. Κοινώς, να μην πεθάνουν άνθρωποι γιατί δεν θα βρίσκουν ένα κρεβάτι στην εντατική.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι μετά από 10 χρόνια περικοπών, οι αντοχές αυτές έχουν περιοριστεί δραματικά σε όλο τον κόσμο και ακόμα περισσότερο στη μνημονιακή Ελλάδα. Η σταδιακή απαξίωση του δημόσιου συστήματος υγείας όμως δεν ήταν μια φυσική καταστροφή. Ήταν μια συνειδητή πολιτική απόφαση όλων όσων μας κυβέρνησαν αυτή τη δεκαετία, με στόχο τη μείωση των δημόσιων δαπανών και την ενίσχυση της κερδοφορίας του ιδιωτικού τομέα υγείας. Εξαιτίας αυτής της απόφασης, είμαστε σήμερα υποχρεωμένοι να πάρουμε ακόμα πιο δύσκολα μέτρα ενάντια στην επιδημία. Θα τα τηρήσουμε, χωρίς όμως να ξεχνάμε ποιοι φταίνε για όλα αυτά. 

Και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι -σε αντίθεση με όσους κυβέρνησαν ή κυβερνούν- η συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας αναλαμβάνουν την ευθύνη που τους αντιστοιχεί, παρά τις περί αντιθέτου κριτικές που διακινούνται από ΜΜΕ και κοινωνικά δίκτυα. Στο ζήτημα αυτό χρειάζεται λογική και ψυχραιμία, γιατί οι υπερβολικές κριτικές -ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν- τείνουν να μεταφέρουν όλο το βάρος στην ατομική ευθύνη, απαλλάσσοντας έτσι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο καταστρέφει τη δημόσια υγεία και τη ζωή μας καθημερινά, με ή χωρίς «ασύμμετρες απειλές».  

Σήμερα λοιπόν δεν φτάνει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ή ένα -αναγκαίο είναι η αλήθεια- χειροκρότημα στο προσωπικό του ΕΣΥ. Το «ευχαριστώ» που πραγματικά μετράει είναι η διεκδίκηση της άμεσης ενίσχυσης του ΕΣΥ, με ανθρώπους και υλικό. Εδώ και τώρα, ενάντια σε δημοσιονομικούς κανόνες, πλεονάσματα και στρατηγικές ιδιωτικοποίησης. Ενάντια στο κέρδος και τους νόμους της αγοράς. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την προστασία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, και τώρα και πάντα. 

Δεν είναι όμως μόνο το ΕΣΥ. Όταν μιλάμε για τη δημόσια υγεία, ας θυμηθούμε ότι οι διοικήσεις του Δήμου έχουν διαχρονική ευθύνη για την κατάσταση στην καθαριότητα, για τους παραγεμισμένους κάδους χωρίς πεντάλ, για τους εργαζόμενους χωρίς μέσα ατομικής προστασίας. Προτού κατηγορήσουμε τους πολίτες για το συνωστισμό στην παραλία, ας σκεφτούμε πόσοι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι πρασίνου έχουν απομείνει στην πόλη -και ας το λάβουμε υπόψη όταν θα συζητήσουμε ξανά για την ανάπλαση της ΔΕΘ ή το υπόγειο πάρκινγκ στην Πλατεία Ελευθερίας. Και ας μην ξεχνάμε ότι -με ή χωρίς επιδημία- κάθε μετακίνηση με τον ΟΑΣΘ είναι πλήγμα για την υγεία και αξιοπρέπεια των επιβατών. Αυτή τη στιγμή, μπορεί ο συνωστισμός να έχει αμβλυνθεί, λόγω του εύλογου φόβου των επιβατών. Εμείς όμως γνωρίζουμε το δράμα της εργαζόμενης που αναγκάζεται να περπατά κάθε πρωί μία ώρα, ή να πληρώνει το μισό της μεροκάματο σε ταξί, για να μην κινδυνεύσει μέσα στα υπερφορτωμένα λεωφορεία.  

Αν λοιπόν μας απασχολεί στα αλήθεια η υγεία των πολιτών, μαζί με το δημόσιο σύστημα υγείας πρέπει να προστατευθεί κάθε δημόσιος χώρος, κάθε δημόσια υπηρεσία, κάθε δομή κρατικής και δημοτικής φροντίδας, πρώτα και κύρια απέναντι στους συνανθρώπους μας που απειλούνται περισσότερο, όπως οι νοσούντες/ουσες και οι ηλικιωμένοι/ες. Είναι υποχρέωσή μας να πιέσουμε το Δήμο για την οργάνωση τέτοιων δράσεων, αλλά και να συμβάλλουμε κι εμείς στη συλλογική αυτοοργάνωση της έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης. 

Ακόμα περισσότερο, είναι ζήτημα επιβίωσης να μην πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις το κόστος των μέτρων προστασίας, αλλά και το κόστος από την όξυνση της οικονομικής κρίσης. Το βάρος να πέσει εκεί που πρέπει, στο μεγάλο κεφάλαιο, σε όσους χρόνια τώρα κερδοσκοπούν από τη διάλυση του δημοσίου. Αλλιώς, ο ιός θα περάσει, αλλά η ανεργία και η φτώχεια θα παραμείνουν εξίσου επικίνδυνες, εξίσου φονικές.  

Για αυτό και -μόλις περάσει η φάση των αυστηρών μέτρων- θα είμαστε ξανά εδώ, για να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε. Να συνεχίσουμε -για παράδειγμα- τον αγώνα μας για το δικαίωμα στην κατοικία, τον έλεγχο των ενοικίων και της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ένα ζήτημα που θα καταστεί ακόμα πιο κρίσιμο για τους φτωχούς, μπροστά στις αναμενόμενες επιπτώσεις της νέας ύφεσης. Σωστά λοιπόν αναβλήθηκε η σχετική Ειδική Συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά θα επιμείνουμε να γίνει αμέσως μετά την άρση των μέτρων και -κυρίως- να καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις προς όφελος των ενοικιαστών. 

Τέλος, μέσα στη φούρια των ημερών, δεν ξεχνάμε τους συνανθρώπους μας που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε σύνορα και στρατόπεδα συγκέντρωσης, εξαιτίας του πολέμου που έχει κηρύξει η Ευρώπη, προεξάρχοντος του ελληνικού κράτους, ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Πόσο μάλλον όταν αντιλαμβανόμαστε όλοι/ες ότι θα είναι δραματικές οι επιπτώσεις από τυχόν εξάπλωση της επιδημίας στην υγεία αυτών των ανθρώπων που έχουν ανεπαρκέστατη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Δυστυχώς, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι αν το ελληνικό κράτος δεν μεριμνήσει άμεσα για την εκκένωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης στα νησιά, την απελευθέρωση των έγκλειστων και τη μεταφορά τους στην ενδοχώρα, αν η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν ανοίξουν τα σύνορά τους για να επιτρέψουν την ασφαλή διέλευση των ανθρώπων αυτών ως τις χώρες που θέλουν να ζητήσουν άσυλο, τις επόμενες ημέρες τα θύματα του κορονοϊού ανάμεσα στους πρόσφυγες θα αρχίζουν να προστίθενται στους εκτελεσμένους του Έβρου, τους πνιγμένους του Αιγαίου, τους αρρώστους της Μόριας. 

Ο αγώνας λοιπόν για υγεία, ανθρωπιά και αλληλεγγύη, δεν αρχίζει και δεν σταματά με την επιδημία. Είναι σημαντικό να μείνουμε σπίτι, αλλά είναι σημαντικότερο να μείνουμε άνθρωποι. Για αυτό θα κάνουμε αυτό που πρέπει: λήψη των αναγκαίων μέτρων προφύλαξης, έμπρακτη αλληλεγγύη με τις ευάλωτες ομάδες, στήριξη του ΕΣΥ και όλων των άλλων δημόσιων δομών. Και σήμερα, αλλά και αύριο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *